To βίωμα της ιθαγένειας ή της εντοπιότητας στην ελληνική μεταπολεμική και μεταπολιτευτική ποίηση (2016)



Το Σάββατο 22 Οκτωβρίου 2016, πραγματοποιήθηκε στην αίθουσα διαλέξεων του Διεθνούς Κέντρου Συγγραφέων και Μεταφραστών Ρόδου (ΔΚΣΜΡ) εκδήλωση με συνεργασία του ΔΚΣΜΡ, του περιοδικού τέχνης και λόγου "Νησίδες" και του Συνδέσμου Φιλολόγων Δωδεκανήσου. Ο Ευριπίδης Γαραντούδης, καθηγητής του Τμήματος Φιλολογίας του ΕΚΠΑ και ποιητής, παρουσίασε το στοιχείο της ιθαγένειας στο έργο των ποιητών: Μανόλη Αναγνωστάκη, Ντίνου Χριστιανόπουλου, Μιχάλη Γκανά, Πρόδρομου Μάρκογλου και Μάρκου Μέσκου.


Ο ρόλος που διαδραματίζει ο γενέθλιος τόπος στην ποιητική έμπνευση και δημιουργία διαφαίνεται σε πολλούς ποιητές της μεταπολεμικής γενιάς, όπως στον Τάκη Σινόπουλο:
[...]
Από την τρύπα αυτή κοιτάζαμε τον ουρανό. Και το πρωί
πηγαίναμε στα δέντρα. Εδώ γεννήθηκα.
Εδώ μεγάλωσα. Λοιπόν αυτά μου χρειάζονται
για την οργή μου και την περηφάνεια μου.
Για να κρατήσω και να κρατηθώ.
[...]
(απόσπασμα από το ποίημα Καταγωγή)

Η αγωνία αποτύπωσης της ιστορικής μνήμης και διάσωσης του ιστορικού βιώματος της εποχής τους, οι ραγδαίες αλλαγές που συντελούνται λόγω της αστυφιλίας , της εσωτερικής μετανάστευσης, της ανοικοδόμησης και αντιπαροχής στα αστικά κέντρα από τη δεκαετία του ’50 και εξής, αποτελούν κάποιες από τις κοινές συνισταμένες των μεταπολεμικών ποιητών. Στα ποιήματα που αναγνώστηκαν ο τόπος θεματοποιείται και καθίσταται ως ένα αξιακό σύστημα που καταρρέει. Ο τόπος, άλλοτε αλλάζει μορφή, άλλοτε μετατρέπεται σε ερείπια, βυθίζεται και χάνεται συμπαρασύροντας προσωπικές μνήμες, παραδόσεις και αξίες.
Το αίσθημα της μειονότητας που κατατρέχει τους μεταπολεμικούς ποιητές σε μια περίοδο μεταβατική, το αίσθημα της μοναξιάς, το «ενοχικό βίωμα του επιζώντος» του εμφυλίου πολέμου (1946-1949) και η υπαρξιακή αγωνία των ποιητών αντανακλώνται δραματικά στην ποίησή τους.

(ενδεικτικά παρατίθενται τα παρακάτω ποιήματα)

Μιχάλης Γκανάς, Αφοπλισμός (1978)

Παντοτινά πετούμενα
Πάνω από λόφους και συκιές ξεραμένες.
Αυτά και τα νερά
Χάνουν τα λόγια τους στα χαλίκια.

Εδώ καμένος ασβεστόλιθος
προφέροντας το άσπρο τραυλά
μέσα στο κώμα του ασβέστη.

Από τον ύπνο στον ξύπνο
ιαματικά πουλιά
ξερό χορτάρι λούζοντας τις πλαγιές,
εκεί που λαβωμένο τρυγόνι
η πατρίδα γίνεται ξενιτιά.

Αυτοί που έφυγαν
σε δυο σε τρία καλοκαίρια
θα γυρίσουν βαλίτσες,
τρανζίστορ, μαγνητόφωνα,
αφοπλισμένα κλαρίνα.

Μιχάλης Γκανάς, Ναυάγιο (1978)

Παλιό το σπίτι, πέφτουν σοβάδες,
μετριούνται τα πλευρά του τοίχου.
Από μέσα η μάνα,
απ' έξω ο αντίχειρας του Θεού,
θα τη λιώσει.
Σ' όποια γωνιά κι αν πας,
τα πράγματα γυρίζουν να σε δουν,
απότιστα γελάδια.

Πίσω απ' τα ντουλάπια της κουζίνας
είναι άλλα ντουλάπια
και πίσω απ' αυτά πάλι ντουλάπια
ως το βυθό του τοίχου
και το παλιό ψυγείο.
Εδώ κοιμίζουνε τ' αρθριτικά τους χέρια
η κυρά - Λένη η κυρά - Μαρία...

Το σπίτι παλιό, πολυταξιδεμένο,
άξαφνα κάνει μνήμες, βουλιάζει.

Μιχάλης Γκανάς, Ακάθιστος Δείπνος (1978) στο Ποιήματα (1978-2012), Μελάνι 2013

Πρόδρομος Χ. Μάρκογλου, Το σπίτι (1970-1978) 

Ανεβαίνω πέτρινα σκαλοπάτια. Βατόμουρα στραγγαλίζουν κρίνα. Δεκαοχτούρες μετράνε την ανατολή κι ένας αγέρας έρχεται απ' τα πεύκα. Βαθυπράσινο μυστικό στόμα.

Δαγκώνει το κλειδί στην πόρτα. Επιθύριο χεράκι τρυφερής ηλικίας ανοίγει βλέφαρα μιας άλλης εποχής. Είναι όλοι εκεί συγκεντρωμένοι. Ποντιακά, Τούρκικα, Ελληνικά, Αρμένικα σε στόματα ξεχασμένα. Πιο μέσα σηκώνεται ο πατέρας σκουπίζει τα μουστάκια με φιλάει κι η μάνα κλαίγοντας αγκαλιά με οδηγεί και στρώνει το τραπέζι. Κάθεται, μιλάει για το σπιτικό.

Χρόνια μέσα στα χρόνια όνειρα ξεφλουδίζονται σα φίδια.

Ανοίγει το κλειδωμένο σπίτι. Φευγάτη η σκεπή πεσμένοι οι τοίχοι χάσκουν. Χάσκουν και πάνω από τις πέτρες το λιμάνι η θάλασσα πέρα η Θάσος πιο μακριά το Όρος. Φεύγουν τα σύννεφα σαν καπνός από χορτάρι κι η θάλασσα καλειδοσκόπιο καθώς ψαρόβαρκες γυρίζουν, λαχανιάζουν οι μηχανές σκούζουν οι γλάροι. Νύχτες του έρωτα σύννεφα παρταλιασμένα.*

Καταποντίζομαι στα χρόνια που ξεφλουδίζονται σα φίδια.

Ο εκσκαφέας ο φορτωτής γεμίζουν τα ανατρεπόμενα με πέτρες χώματα σανίδια φορέματα. Ξεριζώνουν τα δέντρα. Πεύκα συκιές ροδακινιές μηλιές κυδωνιές καρυδιά. Ο κήπος που χέρια στοργικά διαμόρφωσαν. Σιδερένια νύχια εξαφανίζουν τον ουρανό.

Τώρα οικόπεδο 250 τετραγωνικά. Άλλοι άνθρωποι θα χτίσουν τα σπίτια τους.

Κατεβαίνω για τη θάλασσα και περπατώ στα κύματα.
Κρατώ επιθύριο χεράκι*. Δεν έχει φωνή.
Κανένα δεν μπορεί να ξυπνήσει.

Ελεύθερος φεύγω.

Το Ποίημα Ανήκει στη συλλογή Συνοπτική διαδικασία (1980), η οποία περιέχει ποιήματα γραμμένα από το 1968-1978. Ειδικότερα Το σπίτι έχει χρονολογική ένδειξη 1970-1978.

Αντιπροσωπευτικά ποιήματα ως προς το θέμα της ιθαγένειας διαβάστηκαν από τον Πάνο Δρακόπουλο και τον Αυγουστίνο Τσιριμώκο. Το συντονισμό της εκδήλωσης και της συζήτησης είχε ο Αργύρης Κόσκορος, στέλεχος του Δ.Κ.Σ.Μ.Ρ.









Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου